Η Ομορφιά


Η ομορφιά βρίσκεται παντού, αρκεί κάποιος να είναι ικανός να τη δει. Στο χρώμα του ουρανού, στη βροχή που γλύφει τα φύλλα των δέντρων, στην αγκαλιά ενός ζευγαριού, στο φιλί ενός παιδιού.

Η έννοια της είναι αφηρημένη και το τι εστί «όμορφο» είναι υποκειμενικό για τον καθένα. Οι περισσότεροι άνθρωποι βουτηγμένοι στη μάχη της καθημερινότητας, στο κυνήγι του προς το ζην και των υποχρεώσεων υπολείπονται χρόνου να σκεφτούν ή να δουν το ωραίο. Εισέρχονται σε δύσκολα και σκοτεινά μονοπάτια, που ακόμα και η λάμψη της ομορφιάς δύσκολα τα φωτίζει.

Αξίζει όμως μια ζωή μέσα στα σκοτάδια; Από την άλλη πλευρά όμως το σκοτάδι είναι αναγκαίο για να δεις το φως ενός αστεριού. Το φως θεωρείται ζωογόνο από αρχαιοτάτων χρόνων και πιθανά ενέχει αλήθεια. Για να εκτιμηθεί η αξία του φωτός και της ομορφιάς, απαιτείται χρόνος σε προσωπικά, κοινωνικά, πνευματικά σκοτάδια

Είναι μάλλον ίδιον της ανθρώπινης φύσης να επικεντρώνεται στο άσχημο και να ξεχνά τελείως το όμορφο που υπάρχει ακριβώς δίπλα.

Τι καλύτερο όμως από την ομορφιά ενός περιπάτου σε μια παραλία ή την περιπλάνηση σε ένα κοντινό πάρκο; Η φύση είναι γεμάτη ομορφιές που μπορούν να χρωματίσουν το ό,τι αλλόκοτο έχουμε μέσα μας. Οι σχέσεις των ανθρώπων επίσης. Χρειάζεται να επενδύσουμε σε αυτές για να μπορούν να προσφέρουν φωτεινές διεξόδους.

Η αναζήτηση του ωραίου είναι συνεχής και χρειάζεται προσπάθεια κι από πλευρά μας. Το έχουμε ανάγκη κι ο καθένας μας καλό θα ήταν να σκεφτεί τι είναι αυτό ή ποιοι είναι αυτοί, που ζωγραφίζουν τις στιγμές του με πολύχρωμες και αιθέριες αποχρώσεις, ώστε να φροντίσει να στάξει στην παλέτα της ζωής του όσο περισσότερες σταγόνες μπορεί. Το ψηφιδωτό της ύπαρξής μας έχει απ’ όλες τις ψηφίδες, ανεξαρτήτως κάλλους.

 (Ε.Γραμμένου)

Ο ναός της ορμής


 
Με το άκουσμα της λέξης «ορμή» προκύπτουν εικόνες ενός ποταμού που ρέει έντονα, ανενόχλητος, χωρίς τίποτα να τον σταματά, συνεχίζοντας την πορεία του χτυπώντας, βουλιάζοντας ή σέρνοντας τα όποια εμπόδια βρίσκονται στο διάβα του.
 
Ο Γιώργος ήταν ένας νεαρός που από τα χρόνια του πανεπιστημίου συμμετείχε σε όλες τις πορείες που γίνονταν, στην προσπάθεια του να αντιταχθεί σε ό,τι άδικο έβλεπε και να παλέψει για ένα καλύτερο κόσμο. Ένιωθε εγκλωβισμένος και η δίψα του για μια όμορφη ζωή – όπως την ονειρεύονταν – έτρεφε τις δυνάμεις και τα κουράγια του για τον αγώνα. Ήταν υποστηρικτής του ρητού ότι τίποτα δε χαρίζεται χωρίς να παλέψεις και φρόντιζε να διεκδικεί τα όνειρά του με κάθε τρόπο. Οι αστυνομικοί είχαν γίνει φίλοι του πια και στα επείγοντα ήταν τακτικός πελάτης, τις ημέρες των διαμαρτυριών. Μια τέτοια ημέρα γνώρισε τη γυναίκα του, ως τραυματία σε διπλανό κρεβάτι. Η ορμή τους για ζωή και δικαιοσύνη τους ένωσε και πορεύτηκαν μαζί, εμπνεόμενοι ο ένας από τον άλλον, συνεχίζοντας μαζί την αναζήτηση του κοινού τους ονείρου.
 
Η Αρετή ήταν καλοαναθρεμμένη κόρη μιας οικογένειας με οικονομική επιφάνεια, που δεν είχε παιδευτεί σχεδόν για τίποτα. Σύμφωνα με τα δεδομένα της, θα έπρεπε να ακολουθήσει το επάγγελμα του πατέρα της, ώστε να συνεχιστεί η παράδοση. Εκείνη όμως ήθελε να γίνει ζωγράφος. Παρόλο που πέρασε στη σχολή που τελείωσε κι ο πατέρας της, την τελείωσε και βγήκε στην αγορά, ως όφειλε, παρέμενε δυστυχισμένη και άδεια. Μετά από ένα αναπάντεχο επεισόδιο με την υγεία της, αποφάσισε ότι έπρεπε να παλέψει για το όνειρό της, με όποιο κόστος. Ξεκίνησε μυστικά προετοιμασία για τις εξετάσεις στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών (ΑΣΚΤ), στον ελεύθερο χρόνο της – ο οποίος ήταν πολύ περιορισμένος λόγω των επαγγελματικών υποχρεώσεων που είχε. Η θέλησή της όμως να το επιτύχει, της πρόσφερε δύναμη να παλέψει με τις αντιξοότητες που εμφανίζονταν, να υπερβεί τον εαυτό της, να επιβιώσει από τις λιγοστές ώρες ύπνου και εν τέλει να πετύχει στις εξετάσεις εισαγωγής στην ΑΣΚΤ.
 
Ο Έκτορας ήταν γιατρός. Παρόλο που είχε μια αξιόλογη πορεία στην επιστήμη του και έβαιναν όλα καλώς, εκείνος ήθελε να κάνει το κάτι παραπάνω, να προσφέρει τις υπηρεσίες του σε ανθρώπους που τον είχαν μεγάλη ανάγκη, μιας και θεωρούσε το έργο του ιερό. Επόμενο βήμα του σε αυτό του τον σκοπό, ήταν οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα (ΓΧΣ), όπου αναγκάζονταν να φύγει σε αποστολές για μεγάλο χρονικό διάστημα, να παλέψει με πολύ αντίξοες συνθήκες διαβίωσης, να επιβιώσει σοβαρών ασθενειών, κι όμως να παραμείνει στην οργάνωση για πολλά χρόνια, βρίσκοντας πάντα τρόπο να υπερβεί τους φόβους του για να γευθεί την αξία των υπηρεσιών τους σε ανάλογες περιπτώσεις. Να σώσει μια ζωή εκεί όπου χάνονται εκατοντάδες καθημερινά, να τον κεράσουν ένα χουρμά ή να του πλέξουν ένα βραχιόλι από κορδόνια, για το καλό που τους έκανε. Επιστρέφοντας πίσω, πάντα αναλογίζονταν τι ήταν αυτό που του έδινε δύναμη να μάχεται για όλα αυτά και ευχαριστούσε την τύχη του μια ακόμη επιτυχή αποστολή. Μετά από χρόνια, μη μπορώντας να συμμετάσχει σε ανάλογες αποστολές, λόγω ηλικίας και αντοχών, συνέχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες του στους Γιατρούς του Αιγαίου, όπου έκαναν ανάλογη δουλειά για τους κατοίκους των νησιών, αλλά λιγότερο εκτεθειμένη στους κινδύνους των αποστολών των ΓΧΣ.
 
Όλες οι παραπάνω μικρές ιστορίες καταδεικνύουν τη δύναμη των ηρώων να παλέψουν για κάτι σημαίνον για αυτούς, παρά τις όποιες μικρές ή μεγάλες δυσκολίες. Ποια άραγε να είναι η πηγή αυτής της αέναης ορμής να τα καταφέρουν; Για τον καθένα η αιτία είναι διαφορετική, αλλά οι δυνάμεις ώθησης & η ορμή είναι ίδια. Παρομοιάζει την ορμή εκείνου του μοναδικού σπερματοζωαρίου που κατάφερε να σπάσει τα τείχη του ωαρίου που σε έφερε σε τούτο τον κόσμο. Είναι η ικανότητα τους να ακούν την καρδιά τους, τα θέλω τους, το σκοπό τους και να το προσπαθούν. Όταν μεγαλώνεις σε μια κοινωνία όπου προωθεί την μαλθακότητα και την αδιαφορία, τέτοιες συμπεριφορές φαντάζουν εξωγήινες. Η αναζήτηση των όσων θέλεις και ονειρεύεσαι, απαιτεί τις ανάλογες θυσίες και προσπάθειες. Δεν είναι αναίμακτη. Το πέρασμά σου όμως, θα είναι ουσιαστικό και θα έχει αφήσει κάτι πίσω του, δεν θα είναι ένα ακόμη από τα πολλά. Η πηγή αυτών των δυνάμεων είναι ο καθρέφτης σου και η συνεχή ειλικρινή συζήτηση μαζί του, όσο κι αν πονά. Αν εσύ ο ίδιος δεν είσαι ξεκάθαρος με τον εαυτό σου, γιατί το απαιτείς από τους άλλους και στενοχωριέσαι αν δεν;
 
Ο ναός που αναβλύζει την ορμή που χρειάζεται ο άνθρωπος για να παλέψει για τα όνειρά του ελεύθερος και παραμερίζοντας κάθε εμπόδιο, είναι η καρδιά του, η ψυχή του, ο ίδιος του ο εαυτός. Όσο πιο κοντά έρχεσαι στον αληθινό εαυτό σου τόσο πλησιέστερα αισθάνεσαι στον οίκο του όποιου Θεού, αφού του μοιάζεις πιότερο.

 (Ε.Γραμμένου)

Επιστολή προς Ετέλ



Αγαπημένη μου Ετέλ,

πάντα απολαμβάνω τα γράμματα σου από τα όμορφα ταξίδια σου. Η Ισπανία είναι ένας όμορφος τόπος και οι γλαφυρές περιγραφές σου το αποδεικνύουν. Η αυθόρμητη χαρά που συναντάται στο δρόμο είναι και το μυστικό απέναντι στα ερωτήματα για το μεγάλο κενό, που αναζητά περιεχόμενο και ουσιαστική κατεύθυνση.  Η οπτική του Ιμπν Αραμπί για τη γυναίκα μπορεί να θεωρηθεί και αιρετική για μια κοινωνία που διαχωρίζει τα φύλλα, όπως οι δικές μας, και τα κατατάσσει σε κατηγορίες & ικανότητες με βάση στεγανά και οπισθοδρομικές αντιλήψεις.

Το βασικό ζήτημα των σύγχρονων κοινωνιών δεν είναι αν είσαι γυναίκα ή άνδρας, αλλά αν είσαι άνθρωπος. Όλοι μας έχουμε χαρακτηριστικά και των δύο φύλων μέσα μας. Έτσι μόνο αποτελούμε μια ολότητα. Οι ανάγκες μας είναι όμοιες, όπως και οι αναζητήσεις μας, για όσους εξ’ ημών θεωρούμαστε σκεπτόμενοι.

Οι κοινωνίες μας έχουν ξεχάσει την έννοια του «σεβασμού» στον άνθρωπο. Προσπαθούν με λαθεμένες πρακτικές, άλλοτε πατριαρχικές και άλλοτε μητριαρχικές, να εμφυσήσουν το φόβο, ώστε να είμαστε πάντα εξαρτημένοι. Αυτή η συνεχής πάλη για το ποιος είναι δυνατότερος, είναι κατ’ ουσία μάταιη. Όταν ένας άνδρας κακοποιεί τη γυναίκα του, αισθάνεται προς στιγμή ισχυρός, αλλά ουσιαστικά είναι ένας ανασφαλής και φοβισμένος άνθρωπος που αναζητά επιβεβαίωση της ισχύος του πάνω σε έναν άλλο άνθρωπο, μη μπορώντας να την κερδίσει αλλιώς ώστε να ικανοποιήσει την εγωπάθειά του. Όταν μια γυναίκα, από την άλλη πλευρά, θεωρεί ότι η ομορφιά της είναι τρόπαιο ή όπλο «μαζικής καταστροφής» και καταδυναστεύει με τα κόλπα της το σύντροφό της, μειώνοντας τον συνεχώς λεκτικά ή αναγκάζοντάς τον να υποστεί πολλές δοκιμασίες για χάρη της, κι αυτή αποτελεί έναν ανασφαλή και φοβισμένο άνθρωπο με ίδια ζητούμενα με τον προρρηθέντα άρρενα.

Μια επιβεβαίωση κενής σημασίας και στιγμιαία. Όταν δε σέβεσαι τον ίδιο σου τον εαυτό, δε σέβεσαι και κανέναν άλλον, είτε είναι σύντροφος, μητέρα, πατέρας, παιδί. Η δύναμη δεν αντλείται από την κυριαρχία σου στους άλλους, αλλά από την κυριαρχία σου στον ίδιο τον κακό εαυτό σου με τα πάθη, τις ελλείψεις και ανοιχτές πληγές του.

Η γυναίκα έχει τη μεγάλη ευλογία δημιουργίας ζωής που την καθιστά, οργανικά τουλάχιστον, δυνατότερη και ανθεκτικότερη. Μόνο για αυτό χρήζει ύψιστου σεβασμού, αλλά δεν της οφείλεται τίποτα και καλό θα ήταν να το αποδεχθεί αυτό, χωρίς να απαιτεί τα ακατόρθωτα ως αντάλλαγμα για αυτή της την ευλογία. Όλοι παλεύουμε για τα ίδια ζητούμενα με διαφορετικές μεθόδους. Η ομορφιά της ανθρώπινης υπόστασης και η υπερίσχυση έναντι των μειονεκτημάτων μας, θα μας κάνει ικανούς να δημιουργήσουμε υγιείς κοινωνίες, όπου σέβονται τον άνθρωπο, τις ανάγκες του και την ολότητά του. Είμαστε αμάλγαμα ενός γιν και γιαν, ενός ωαρίου και ενός σπερματοζωαρίου, ενός αρσενικού και θηλυκού DNA. Οφείλουμε να σεβαστούμε τη φύση μας και να την αναδείξουμε με τον καλύτερο τρόπο.

Αναμένω εναγωνίως την εξιστόρηση του επόμενου ταξιδιού σου μαζί με τα επαγόμενα εναύσματα προς σχολιασμό που θα προκύψουν.

 

 

Σε φιλώ

Με αγάπη

Ε.
 (Ε.Γραμμένου)

Η επιστροφή της οργής


 Η οργή είναι το όπλο της αδυναμίας, έλεγε ο Βάκων. Πόση αλήθεια ενέχει αυτό το ρητό άραγε; Συνηγορούντως αυτού ακούμε συχνά να μας λένε «άμα τσακωθείς θα χάσεις το δίκιο σου» και όντως κάπως έτσι μας έχει συμβεί στην καθημερινότητά μας.

Η οργή για τους περισσότερους εξ ημάς αποτελεί ένα αρνητικό συναίσθημα που επιφέρει κακές συνέπειες. Έχουμε ταυτίσει την έννοια της με συμπεριφορές εκτός ελέγχου, που προκαλούν πληγές σε όσους τις λαμβάνουν. Δείγματα οργής υπάρχουν πολλά γύρω μας. Παράλληλα, υπάρχει και η υποσκάπτουσα οργή των ανθρώπων που συσσωρεύεται καθημερινά, χωρίς να ξεσπά και αναμένει τον κατάλληλο σπινθήρα για να εκραγεί. Τέτοιες εκδηλώσεις οργής φυσικά είναι ανεπιθύμητες, διότι είναι ανεξέλεγκτες και με αμφίβολα αποτελέσματα.

Στις σύγχρονες κοινωνίες η οργή είναι μια παράλληλη συνισταμένη τους, με πληθώρα αιτιών, όπως οι κακές συνθήκες ζωής, η ελλιπής παιδεία, η έκθεση σε βίαια πρότυπα, η κοινωνική παρακμή, αδικία, εκμετάλλευση. Οι δίοδοι διοχέτευσης της οργής αυτής χρειάζονται έρευνα, δεν προσφέρονται μαζικά και απαιτούν προσωπική διάθεση & απασχόληση, το οποίο δεν είναι πάντα εφικτό. Οι συνθήκες αυτές οδηγούν σε συσσώρευση της οργής με αποτέλεσμα οι άνθρωποι να βρίσκουν διέξοδο στα γήπεδα, στις μαζικές διαμαρτυρίες, στην οικογένειά τους – απειλώντας σε καταστροφή το κοινωνικό τους μοντέλο – στο ποτό, στα φάρμακα. Πολλές φορές, άνθρωποι που δεν εκφράζουν την οργή τους οδηγούνται στο να βλάψουν τον ίδιο τους τον εαυτό.

Σε περιόδους κρίσης, όπως είναι αυτή που διανύουμε, η οργή είναι ιδιαίτερα έντονη και δύσκολα δύνανται να χαλιναγωγηθεί. Οι ορθότερες πρακτικές αντιμετώπισής της οργής είναι η διαλεκτική, ο αθλητισμός, η ανταλλαγή απόψεων με επιχειρήματα, η αγορά – με την αρχαία έννοια του όρου – όπου διαφορετικοί άνθρωποι με διαφορετικές οπτικές & προσλαμβάνουσες συγκεντρώνονταν και συνδιαλέγονταν για όλα τα θέματα που τους προβλημάτιζαν, άλλοτε βρίσκοντας λύση και άλλοτε όχι. Η ανταλλαγή αυτή οδηγούσε, μερικές φορές, στην παραγωγή προτάσεων και βοηθούσε στον κατευνασμό της οργής. Η δυνατότητα τέλεσης ενός τέτοιου διαλόγου απαιτεί και δυνατότητα διαχείρισης των συναισθημάτων των συμμετεχόντων κατά τρόπο κατάλληλο, ώστε να μην προκληθεί κοινωνική ένταση.

Άλλες πάλι φορές, η οργή χρησιμοποιείται ως ύπουλο όπλο ελέγχου των άλλων δια του φόβου, είτε γιατί όσοι τη χρησιμοποιούν αδυνατούν να συνυπάρχουν δημοκρατικά και αρέσκονται σε ολοκληρωτικές συμπεριφορές, είτε γιατί αναζητούν επιβεβαίωση, ζητιανεύοντας για ψευδείς δηλώσεις υπέρ αυτών από τα «θύματα».

Η οργή δύναται να συσχετιστεί με τη φωτιά, όπου όταν είναι ανεξέλεγκτη καταστρέφει τα πάντα στο πέρασμά της. Αποτελεί εξάλλου ένα από τα τρία κακά της μοίρας. Αν είναι ελεγχόμενη, όμως, μπορεί να παράγει ενέργεια, να γίνει χρήσιμη για την κοινωνία και τον άνθρωπο γενικότερα. Μπορεί να αποτελέσει έναυσμα αντίστασης εναντίον ενός συγκεκριμένου αρνητικού στόχου, που υπάρχει είτε στην κοινωνία μας, είτε μέσα μας, και να αποτελέσει έναυσμα ή τον εναρκτήριο σπινθήρα για να αρχίσει η παραγωγή χρήσιμου έργου και ιδεών. Η διοχέτευση της οργής στη δημιουργία και στην εφεύρεση νέων πρακτικών, δομών, συμπεριφορών θα προκαλέσει αλλαγή, στην οποία θα έχουν συμβάλλει και οι εμπλεκόμενοι. Θα είναι μια αλλαγή με ελπίδα και ορίζοντα και όχι μια τυφλή, ανούσια και ατελέσφορη στιγμιαία καταστροφική αντίδραση, χωρίς να έχουν καταστεί σαφή τα ζητούμενά της.

Ας μην κοιτάμε πίσω με οργή, ούτε μπροστά με φόβο γιατί χάνουμε τη δύναμή μας. Η θέαση των όσων συμβαίνουν γύρω μας με επίγνωση και συνειδητή εμπλοκή μας θα επιφέρει την επιζητούμενη αλλαγή των κακώς κοινωνικών ή ατομικών κειμένων.

 (Ε.Γραμμένου)

«Ονειροζωή» - Παραμύθι

Ήταν μια δύσκολη ημέρα. Ο Μάρκος, μηχανικός κοντά στα 40, γυρνούσε από τη δουλειά του και ήταν πολύ κουρασμένος χαμένος στις σκέψεις του. Μπήκε τρέχοντας στο τρένο και ίσα που πρόλαβε να βρει μια θέση να καθίσει. Το σημερινό έργο του ανέσυρε μνήμες από τα νεανικά του χρόνια, τότε που έκανε τις πρώτες προσπάθειες εξερεύνησης των καλλιτεχνικών του δεξιοτήτων, αλλά μη βρίσκοντας πουθενά αρωγή και ώθηση, τις εγκατέλειψε κάπως ξαφνικά και άδοξα. Ο πολυχώρος που κατασκεύαζε ήταν πολύ όμορφη σύλληψη με διαφορετικές αίθουσες, όπου θα προσέφεραν έδαφος έκφρασης και έμπνευσης σε πληθώρα δημιουργών. Έβαλε τα ακουστικά του με την αγαπημένη του μουσική και άνοιξε το βιβλίο του, μέχρι να φτάσει στο τελικό σταθμό του.

Όπως άνοιξε το βιβλίο του, ξεπρόβαλλε ένας μικρός, κατάξανθος με γαλανά ματάκια, ντυμένος με προσκοπική στολή. Τα μάτια του σπιθηροβολούσαν και το χαμόγελό του φώτιζε το χώρο.

§  Τι κάνεις Μάρκο; τον ρώτησε

§  Καλά είμαι, αλλά ποιος είσαι εσύ;

§  Βρε Μάρκο τι σκέφτεσαι και με ξέχασες; Από χθες έχουμε να τα πούμε.

§  Με συγχωρείς, αλλά έτρεχα όλη ημέρα και νομίζω πως έχω αρχίσει να ξεχνώ πια. Από ντροπή μην παρεξηγηθεί, δε ρώτησε ξανά για την ταυτότητα του νεαρού.

§  Θα συνεχίσουμε τη ζωγραφιά που ξεκινήσαμε χθες; τον ρώτησε με αγωνία ο μικρός.

§  Ποια ζωγραφιά; ρώτησε ο Μάρκος

§  Εκείνη με το αερόστατο, που θα με βοηθήσει να γυρίσω τον κόσμο.

§  Δεν ξέρω να ζωγραφίζω.

§  Τι λες καλέ, αφού το σχέδιό σου είναι υπέροχο και μόνο τα χρώματα απομένουν. Είναι ακριβώς όπως το είχα φανταστεί είπε και άνοιξε ένα μεγάλο λευκό χαρτί, όπου απεικονιζόταν ένα ασπρόμαυρο σχέδιο ενός μεγάλου αερόστατου.

§  Εγώ το έκανα αυτό; ρώτησε

§  Εσύ φυσικά και σήμερα θα το ζωγραφίζαμε, ώστε να είναι έτοιμο να πετάξουμε την ημέρα των γενεθλίων μου. Πρέπει να βιαστούμε.



Ο Μάρκος κοίταζε το μικρό με απορία και γύρισε το βλέμμα του στο χώρο, συνειδητοποιώντας ότι βρισκόταν σε ένα εργαστήριο ζωγραφικής γεμάτο χρώματα και πλείστες άλλες ζωγραφιές κρεμασμένες στους τοίχους του ή να ξαποσταίνουν πάνω σε καμβάδες.

§  Μάρκο δεν ακούς; Πρέπει να αρχίσουμε. Δεν έχουμε πολύ χρόνο. Πρέπει να είμαστε πιστοί στο πρόγραμμά μας.

§  Ναι ό,τι πεις, απάντησε κάπως μουδιασμένος. Φέρε τα χρώματα. 

Ο μικρός έφερε τα χρώματα και ο Μάρκος ξεκίνησε να ζωγραφίζει με άγχος να είναι συνεπής στην υπόσχεση που είχε δώσει στο μικρό του φίλο.

§  Το ένα μέρος του αερόστατου είπαμε πως θα το κάνουμε γαλάζιο να ταιριάζει με τον ουρανό, ώστε να μην εμποδίζει τα πουλιά στο πέταγμά τους και να τους βοηθά να μας δείχνουν το δρόμο για τις στάσεις μας.

§  Έτσι είπαμε, ρώτησε ο Μάρκος

§  Ναι, και συμφώνησες με ενθουσιασμό.

§  Ωραία, ξεκινώ

§  Μέχρι την πρώτη γραμμή θα είναι το γαλάζιο.

§  Ό,τι πεις



§  Η άλλη θα είναι κόκκινη, γιατί είναι το χρώμα της χαράς και θα μας καλοδέχονται οι κάτοικοι των προορισμών μας. Σαν τότε που είχαμε πάει εκείνη τη βόλτα με το κόκκινο ποδήλατο να συναντήσουμε τον αετό στο βουνό και μας υποδέχθηκε με χαμόγελο. Θυμάσαι;

§  Φυσικά, είπε προσπαθώντας να καταλάβει τι λέει ο μικρός.

§  Μας είχε πει να φροντίσουμε να είμαστε πάντα φίλοι και να βοηθάμε ο ένας τον άλλο, ώστε να μη μείνουμε ποτέ μόνοι μας, σαν αυτόν, και να παλεύουμε μαζί στα δύσκολα. Όχι σαν εκείνον, που όταν γεράζει απομακρύνεται από τον κόσμο, σκίζει τις σάρκες του μόνος και ανασυντάσσεται από τις στάχτες του, επιστρέφοντας ακμαίος και δυνατός για το νέο κύκλο πτήσης.

§  Μα πως μπορεί να γίνει αυτό; Δεν θα χωρίσουμε κάποια στιγμή; Δε γίνεται να είμαστε συνέχεια μαζί.

§  Φυσικά και θα γίνει αυτό, αλλά θα γνωρίζουμε πως ό,τι κι αν γίνει θα είμαστε δίπλα. Ή μπορούμε να σκαρφιστούμε μια λέξη κωδικό, που όταν τη λέμε να σημαίνει ότι χρειαζόμαστε ο ένας τον άλλον. Τι λες;

§  Τι όμορφη ιδέα, είπε ενθουσιασμένος ο Μάρκος, όντας πιο χαλαρός πια και αισθάνοντας ένα ισχυρό φτερούγισμα στην καρδιά του. Ποια λες να είναι αυτή;

§  Τι λες για το «Ονειροζωή»;

§  Συμφωνώ! Πολύ ωραία λέξη. Ηχεί όμορφα στα αυτιά και την καρδιά μου.

§  Ωραία! είπε χαμογελώντας ο μικρός. Ας συνεχίσουμε τη ζωγραφική μας τώρα. Θυμάσαι τι είχαμε πει για το τελευταίο μέρος του αερόστατου;

§  Βοήθα με λίγο, είπε ο Μάρκος, προσπαθώντας να κρύψει για άλλη μια φορά την άγνοιά του.

§  Θα είναι κίτρινο, ώστε να το φωτίζει ο ήλιος για να έχουμε πάντα φως στο ταξίδι μας και να μας ζεσταίνει τις κρύες ημέρες, ως πηγή για όλους μας.

§  Δεν θα είναι λίγο κακόγουστο το αερόστατο μας; αποκρίθηκε ο Μάρκος χαλαρωμένος και αρθρώνοντας για πρώτη φορά γνώμη.

§  Ποιος το λέει αυτό;

§  Εγώ.


§  Το καλό- ή το κακόγουστο είναι υποκειμενικό Μάρκο. Για εμάς που το σχεδιάσαμε και το ζωγραφίσαμε είναι όμορφο και έτσι το θέλω. Ικανοποιεί τις προσωπικές μου ανάγκες και πρέπει να ακολουθεί τα σημάδια του σκοπού για τον οποίο το φτιάξαμε. Εμένα μου αρέσει έτσι και θα με βοηθήσει να γνωρίσω τον κόσμο, έχοντας πάντα την εύνοια του χώρου που θα ίπταμαι.

§  Δίκιο έχεις. Τι ωραία που τα λες! Είναι έτσι όπως το θέλουμε, είπε ο Μάρκος και συνέχιζε να ζωγραφίζει με χαρά και πάθος.
 
Η ορμή του ήταν μεγάλη και τον είχε συνεπάρει. Ζωγράφιζε με όρεξη και ένα χαμόγελο ευτυχίας ήταν μόνιμα σχηματισμένο στο πρόσωπό του. Φαντάζονταν το αερόστατο να πετάει στον αέρα και να λικνίζεται ανάμεσα στα σύννεφα, απολαμβάνοντας τη θέα. Ξαφνικά, με μια απότομη κίνηση, έχυσε τη μπογιά, ένας δυνατός ήχος ακούστηκε και λερώθηκε όλο το πάτωμα.

§  Σηκώνεστε παρακαλώ να σφουγγαρίσω; άκουσε μια φωνή να του λέει

Γύρισε να δει και ήταν η καθαρίστρια του τρένου που ήθελε να καθαρίσει το βαγόνι.

§  Με συγχωρείτε πολύ, απάντησε ο Μάρκος. Θα σας βοηθήσω κι εγώ να καθαρίσετε τη μπογιά.

§  Ποια μπογιά;

§  Αυτή στο πάτωμα.

§  Τι λέτε κύριε; Δεν έχει μπογιά στο πάτωμα του βαγονιού. Μόνο σκουπίδια και λάσπες.

Εκείνη τη στιγμή ο Μάρκος κατάλαβε ότι μόλις είχε ξυπνήσει. Ήταν στο βαγόνι του τρένου. Είχε φτάσει στο τερματικό σταθμό, είχε χάσει το δικό του και όλα όσα είχε δει μάλλον ήταν ένα όμορφο και παράξενο όνειρο.

Μάζεψε τα πράματά του και πήγε να επιβιβαστεί στο επόμενο τρένο για να πάει στον προορισμό του. Στο μυαλό του ήταν συνέχεια οι εικόνες από το όνειρο που είχε δει. Ποιος ήταν άραγε αυτός ο μικρός; Του έμοιαζε πολύ όταν ήταν παιδί. Μήπως ήταν ο εαυτός του, που ως νεαρό προσκοπάκι μάθαινε πειθαρχία και επιβίωση υπό όποιες συνθήκες αντιμετώπιζε; Γιατί τέτοια εμμονή του μικρού με εκείνα τα διδάγματα; Τι σήμαινε το «Ονειροζωή»; Μήπως ήταν η στιγμή να κυνηγήσει το όνειρό του για τη ζωγραφική; Κι με όλες αυτές τις σκέψεις γύρισε σπίτι του, νιώθοντας μια αδικαιολόγητη αισιοδοξία και την καρδιά του να φλέγεται.

Εκείνη η ημέρα, εκείνο το παράξενο όνειρο, ήταν η αιτία που έδωσε ώθηση στο όνειρό του να γίνει ζωγράφος, γνωρίζοντας μεγάλη αναγνώριση διεθνώς. Ο μικρός Μάρκος – με την προσκοπική στολή – του είχε θυμίσει να γίνει φίλος με τον εαυτό του και τις κρυφές επιθυμίες του. Να του αφιερώνει χρόνο, να συζητά μαζί του και να διαλέγονται παρέα για τα θέματα που τους προβλημάτιζαν ή ποθούσαν. Να κυνηγήσει το όνειρό του για τη ζωγραφική και τα ταξίδια με πίστη, συνέπεια και μαχητικότητα στο στόχο του, όπως ο μικρός πρόσκοπος, που άλλοτε ήταν, με αρωγό την καρδιά του και το έντονο φτερούγισμά της, όποτε έκανε κάτι που αγαπούσε.

 

Η πρώτη έκθεση ζωγραφικής του είχε τίτλο «Ονειροζωή» και ήταν αφιερωμένη στο μικρό Μάρκο – χωρίς να δώσει περισσότερες εξηγήσεις για την ταυτότητά του – ώστε να τον αισθάνεται κοντά του και να μοιραστεί αυτή του τη χαρά μαζί με εκείνον που τον ενέπνευσε για αυτό.

 (Ε.Γραμμένου)

Ο «ντροπαλός» γίγαντας (Παραμύθι)


Ο Ζαν Πιερ είχε πάει την καθιερωμένη απογευματινή του βόλτα, παρέα με το σκύλο του και δεν μπορούσε να σταματήσει να σκέφτεται τη Ζαζ, την πριγκίπισσα του δάσους. Ήταν συνέχεια στο μυαλό του.

Αν το ήξεραν αυτό οι μαθητές του, θα γελούσαν μαζί του. Ο δάσκαλος τους, ερωτευμένος με τη μελαγχολική πριγκίπισσα που κανείς δεν έβλεπε συχνά. Απέφευγε τον κόσμο. Κανείς δεν ήξερε πολλά πράγματα για εκείνη. Ήταν ένα μυστήριο, γοητευτικό πολύ για τον ίδιο.

Ο Ζαν Πιερ ήταν ένας μεγαλόσωμος, πολύ καλά γυμνασμένος και πρωταθλητής στην ξιφασκία νεαρός. Ήταν ιδιαίτερα ψηλός και από το σχολείο ακόμα, οι συμμαθητές του, τον είχαν ονομάσει «γίγαντα» - λόγω της αθλητικής κατατομής του. Τόσο του είχαν κολλήσει το ψευδώνυμο του, που κόντευε να ξεχάσει το όνομά του. Ακόμα και στο δρόμο «γίγαντα» τον αποκαλούσαν. Όσο ήταν μικρός το απολάμβανε, αλλά όσο μεγάλωνε καταντούσε ενοχλητικό.

Η Ζαζ ήταν η πριγκίπισσα του δάσους, αρκετά όμορφη, αλλά ολίγον απομακρυσμένη από τον κόσμο, ίσως λόγω της συμβίωσής της σε δάσος και όχι σε μια πόλη, γεμάτη κόσμο. Αγαπούσε τη ζωγραφική, το διάβασμα και τις βόλτες με το άλογό της, για ώρες. Ήταν ο καλύτερος φίλος της. Είχε γυρίσει μαζί του όλα τα βουνά και δάση που βρίσκονταν γύρω της.

Μια μέρα, κατά τη διάρκεια της βόλτας της, συναντήθηκε με τον Ζαν Πιερ, ο οποίος είχε βγει για τζόκινγκ στο δάσος. Έπρεπε να γυμνάσει τα πόδια του, λόγω του πρωταθλήματος ξιφασκίας που πλησίαζε. Ήταν έρωτας από την πρώτη ματιά από πλευράς του. Αν και δεν μίλησαν ποτέ, η παρουσία της τον είχε συνεπάρει. Την σκέφτονταν συνέχεια, αλλά δεν τολμούσε να κάνει κάτι παραπάνω. Ήταν πολύ ντροπαλός και φοβόταν μην γελοιοποιηθεί, λέγοντας άλλα αντί άλλων, εξαιτίας του άγχους του. Ήθελε όμως τόσο πολύ να μιλήσει μαζί της και αναζητούσε την κατάλληλη ευκαιρία.

Ήταν Παρασκευή. Έβρεχε πολύ. Ο Ζαν Πιερ επέστρεφε σπίτι, αλλά έπρεπε να περάσει από το δάσος να πάρει το ποδήλατό του που είχε αφήσει το πρωί, κάτω από ένα υπόστεγο, λόγω της κακοκαιρίας και αδυναμίας του να το κατευθύνει εξαιτίας της έντονης ομίχλης. Οι αστραπές έκαναν τη διάβαση του δάσους ακόμα πιο δυσχερή και επικίνδυνη. Καθώς βρισκόταν στη μέση της διαδρομής, άκουσε ξαφνικά μια γυναικεία κραυγή. Τρόμαξε. Κοίταξε γύρω του να καταλάβει από πού ερχόταν, αλλά δεν έβλεπε τίποτα.

Έκανε ακόμη μια προσπάθεια, λίγο παρακάτω, αλλά δεν παρατήρησε τίποτα παράξενο. Αν και φοβήθηκε προς στιγμή, συνέχισε το δρόμο του για το υπόστεγο. Ξαφνικά, όπως περπατούσε κάποιος άρπαξε τον ώμο του. Σάστισε. Γύρισε, έτοιμος να υπερασπίσει τον εαυτό του και είδε την πριγκίπισσα μούσκεμα και αρκετά ταλαιπωρημένη. Το θέαμα, υπό τις αντίξοες συνθήκες, παραμέρισαν την έμφυτη συστολή και ευγένειά του και αντιδρώντας άμεσα, ρώτησε με σιγουριά μαχητή:

       Τι έχεις γλυκεία μου πριγκίπισσα;

       Το άλογο μου έχει χτυπήσει και δεν μπορώ να το βοηθήσω. Φοβάμαι για τη ζωή του.

       Που βρίσκεται;

       Εδώ παρακάτω, κάτω από ένα δέντρο που έπεσε πάνω μας, λόγω της βροχής και στην προσπάθειά του να με προστατεύσει, τραυματίστηκε. Μπορείς να με βοηθήσεις; Σε παρακαλώ.

       Φυσικά, μετά χαράς! Οδήγησέ με στο σημείο 

Η Ζαζ έπιασε σφιχτά τον Ζαν Πιερ από το χέρι και τον κατήφθηνε στο άλογό της. Ο Ζαν Πιερ καθ’ όλη τη διαδρομή ήταν μουδιασμένος και προσπαθούσε να μιλάει, ώστε να αποσπά την προσοχή της πριγκίπισσας και να μαθαίνει όσο το δυνατόν περισσότερα για εκείνη.


Μόλις έφθασαν στο σημείο του συμβάντος, ο Ζαν Πιερ είδε το μισό άλογο κάτω από ένα τεράστιο κορμό δέντρου, που έπρεπε να σηκώσει για να το απελευθερώσει. Θα ήταν δύσκολο, αλλά είχε αποφασίσει να κάνει τα πάντα για να βοηθήσει τη Ζαζ και το πονεμένο ζωντανό που τα μάτια του μαρτυρούσαν ότι υπέφερε. Αρχικά προσπάθησε να σηκώσει τον κορμό μόνος του, αλλά δεν τα κατάφερε. Κοίταξε λίγο γύρω του και είδε κάτι βράχους, λίγο παρακάτω, που μάλλον θα είχαν παρασυρθεί από τη βροχή. Τους μετέφερε στο σημείο που πήγαν το άλογό και με αριστοτεχνικά μελετημένες κινήσεις κατάφερε να ελευθερώσει τον πιστό φίλο της Ζαζ, ο οποίος είχε αρκετά  τραύματα, αλλά δεν κινδύνευε. Θα χρειάζονταν βοήθεια στο περπάτημά του μέχρι κάποιο ασφαλές και προστατευμένο, από τις άγριες καιρικές συνθήκες, μέρος.


Μόλις τελείωσε, η Ζαζ αγκάλιασε σφιχτά και με ενθουσιασμό τον Ζαν Πιερ. Ήταν η πρώτη φορά που την είδε να χαμογελά. Το χαμόγελό της ήταν τόσο όμορφο. Εκείνη τη στιγμή την ερωτεύτηκε ακόμα περισσότερο. Έλυσε το άλογό, από τα βάρη που είχε, πήρε τη Ζαζ από το χέρι και τους οδήγησε στο υπόστεγο που είχε το ποδήλατό του, ώστε να προστατευθούν από την κακοκαιρία και να περιποιηθεί αρχικά τις πληγές του αλόγου. Η Ζαζ θαύμαζε τη δύναμη και το θάρρος του Ζαν Πιερ, καθιστώντας τον πολύ ελκυστικό στα μάτια της. Για να ανταποδώσει τη βοήθειά του, τον προσκάλεσε στο πύργο της για ένα ευχαριστήριο δείπνο. Μετά ακολούθησε μια βόλτα με άλογα στο δάσος μια ηλιόλουστη ανοιξιάτικη ημέρα και στη συνέχεια μια ευχάριστη και ζεστή οινοποσία στο μπαρ της πόλης.

Κι έτσι ξεκίνησε ένας κύκλος συναναστροφών του Ζαν Πιερ με τη γυναίκα που λάτρευε, ελπίζοντας στην καλύτερη δυνατή κατάληξη, όντας πιο χαλαρός, σίγουρος για τον εαυτό του και επιδεικνύοντας μια αυτοπεποίθηση, που ποτέ δεν είχε φανταστεί ότι διέθετε, όποτε ήταν κοντά της. Το μονοπάτι της προσωπικής του ευτυχίας είχε μόλις αρχίσει να φωτίζεται από την ομορφιά και το υπέροχο χαμόγελο της Ζαζ, η οποία τελικά δεν ήταν καθόλου μυστήρια και μελαγχολική, μόνο διαφορετική.


 (Ε.Γραμμένου)

Εθελοντισμός ως στάση ζωής


Ο εθελοντισμός αναφέρεται στην οικειοθελή παροχή υπηρεσιών για κάποιο κοινωφελή σκοπό. Αποτελεί σανίδα ελπίδας και αυτοπραγμάτωσης για ευαισθητοποιημένους ανθρώπους. Σε περιόδους κρίσης, οι κοινωνίες δύνανται να επιβιώσουν διαμέσου της αλληλεγγύης, της αγάπης και της συμπόνιας. Σε δύσκολες περιόδους δε χρειάζονται πολλά λόγια, αλλά έργα. Ο ατομικισμός είναι λάθος οπτική για τη ζωή. Όπως έχει αποδειχθεί και ιστορικά, οι ομάδες κάνουν τη διαφορά και δύνανται να αλλάξουν τον κόσμο, όχι τα άτομα.

Η μορφή προσφοράς μπορεί να έχει πληθώρα συνισταμένων, αλλά πάντα με στόχο να ευεργετηθούν ομάδες ανθρώπων που έχουν ανάγκη. Οι εθελοντές συνήθως διακρίνονται από τη διάθεση για προσφορά, την πρωτοβουλία, την αυτονομία, την ετοιμότητα για αντιμετώπιση δύσκολων περιστάσεων και την επικοινωνιακή δεινότητα, αφού πρέπει να συναναστρέφονται με διαφορετικές ομάδες ανθρώπων.

Σε εποχές δύσκολες, σαν αυτή την οποία διανύουμε, απαιτείται έντονη συμμετοχή των πολιτών σε ανάλογες δραστηριότητες. Η κοινωνία των πολιτών δένεται, το κοινωνικό κεφάλαιο αυξάνει και αποκτά δύναμη στην επίλυση ζητημάτων, που η πολιτεία υστερεί να αντιμετωπίσει. Η κοινωνία αλληλεπιδρά θετικά, αναπτύσσει μηχανισμούς συνοχής και συνεργασίας μεταξύ των μελών της, που μόνο οφέλη μπορούν να επιφέρουν.

Ο εθελοντισμός δεν απαιτεί τίποτα περισσότερο από τους εθελοντές, πέραν της διάθεσης μέρους του ελεύθερου χρόνου τους, ώστε να παράγουν κάτι χειροπιαστό, χρήσιμο και ουσιαστικό. Βλέπουν τα αποτελέσματα των προσπαθειών τους άμεσα, αισθάνονται τη χαρά των ληπτών τους, και αποζημιώνονται από τα αποτελέσματα των προσπαθειών τους. Μαθαίνουν να λειτουργούν ομαδικά, να προσφέρουν χωρίς όφελος, καθιστώντας τους πιο ώριμους και συνειδητοποιημένους. Επιπλέον, προσφέρει τη δυνατότητα της εκμετάλλευσης του ελεύθερου χρόνου εποικοδομητικά, με δημιουργικότητα και έμπνευση, προσδίδοντας του σημαίνων  νόημα, χωρίς να διασκορπίζεται ασκόπως.

Η επιβράβευση που λαμβάνουν συνήθως οι εθελοντές από τους ευεργετηθέντες είναι συγκινητική και αναδύει έντονα συναισθήματα, ξεχασμένα τις περισσότερες φορές από τη βοή της σκληρής και αδηφάγας πραγματικότητας.

Ο εθελοντισμός είναι μια μοναδική ευκαιρία για τους ανθρώπους να κάνουν όλες τις θεωρίες πράξη και να νιώσουν συμμέτοχοι, ενεργοί και χρήσιμοι. Θαρραλέοι μαχητές εν τη ενώσει και όχι απαθείς σχολιαστές.

 (Ε.Γραμμένου)

Φυγή (Θεατρικό)


(ΕΡΓΟ ΣΕ ΔΥΟ ΠΡΑΞΕΙΣ)
 

 

ΚΥΡΙΑ ΠΡΟΣΩΠΑ 

1. ΕΚΤΟΡΑΣ (συγγραφέας – φιλόσοφος)

2. ΜΙΧΑΗΛ (ζωγράφος)

3. ΝΕΦΕΛΗ (μικρότερη αδελφή Έκτορα)

4. ΑΡΗΣ (κριτικός τέχνης)

 
     ΠΡΑΞΗ ΠΡΩΤΗ



ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ
 

Βρισκόμαστε σε ένα χώρο, όπου μοιάζει με καφέ, διακοσμημένο με ξύλο, πέτρινο τζάκι, άνετες μπρεζέρες και σερβίτσιο καφέ πάνω στα τραπεζάκια. Το ντεκόρ αποπνέει αέρα σαλονιού παλιού αρχοντικού.

Στα ηχεία ακούγεται το «Ich bin der Welt abhanden gekommen» G. Mahler.

Δύο κύριοι κάθονται αντίκρυ, καθένας στη μπρεζέρα του. 

ΜΙΧΑΗΛ (Μ): Σήμερα στο εργαστήρι πάλι για εσάς μιλούσαν, με θαυμασμό για το τελευταίο βιβλίο. Προσπαθούσαν να κατανοήσουν τα βαθύτερα νοήματά του.

ΕΚΤΟΡΑΣ (Ε): Θα αργήσουν αγόρι μου. Είναι ακόμα πολύ ακατέργαστοι και εγωκεντρικοί για να το αντιληφθούν.

(Μ): Γιατί το λέτε αυτό;

(Ε): Το λέω γιατί περιγράφει συμπεριφορές και αξίες που σήμερα είναι ανύπαρκτες. Για να μπορέσει να τις κατανοήσει ο αναγνώστης, θα πρέπει είτε να τις εξασκεί, είτε να τις μελετά.

Η αλήθεια είναι άφαντη. Όλα περικλείονται σε ένα ελκυστικό περιτύλιγμα ψεύδους. Η αξιοπρέπεια ανύπαρκτη. Πληθώρα ανθρώπων χαριεντίζονται με ανθρώπους που κατέχουν δύναμη μέσω αξιωμάτων για να γλείψουν ένα ξεροκόμματο ευδαιμονίας ή μια θέση άνευ αντικειμένου, ώστε να κάθονται και να πληρώνονται.

(Μ): Ξέρετε πόσο σας αγαπώ, αλλά μήπως είστε λίγο προκατειλημμένος; Όλοι οι άνθρωποι αναζητούν τη σιγουριά, το βόλεμα.

(Ε): Κάνεις λάθος μικρέ! Το βόλεμα το αναζητούν οι ανίκανοι. Οι ικανοί είναι πολεμιστές παντός καιρού και μάχης. Όπου κι αν βρεθούν, ό,τι κι αν κάνουν θα πετύχουν, γιατί ξέρουν να αγωνίζονται. Λιμάροντας τα νύχια μας και πίνοντας καφέ δε θα επιτύχουμε πολλά.

(Μ): Μα κι εμείς κάτι αντίστοιχο δεν κάνουμε τώρα;

(Ε): Παιδί μου, η παρομοίωση σου ήταν ατυχής. Η σύγκριση ανεδαφική. Εγώ είμαι στα μετόπισθεν, εδώ και πολύ καιρό ενώ εσύ τώρα ξεκινάς το δημιουργικό ταξίδι σου. Επίσης είμαστε εδώ για να δημιουργήσουμε μέσα από την αλληλεπίδρασή μας και όχι να αράξουμε ή να κουτσομπολέψουμε άσχετο κόσμο. Γι’ αυτό δεν είσαι εδώ; Δεν θα αναλύσουμε το δεύτερο κεφάλαιο από το τρίτο βιβλίο μου, όπως μου είπες;

(Μ): Φυσικά κ. Έκτορα. Η συζήτησή μας θα αποτελέσει έναυσμα ικανό να ολοκληρώσω άλλη μια μονοθεματική σειρά πινάκων. Εξάλλου για ένα από τα βιβλία σας μιλούσαμε προηγουμένως, πριν την αναφορά μου στο εργαστήρι.
 

ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΗ 

Σηκώνονται από τις μπρεζέρες οι 2 ήρωες και περπατούν προς το μπαρ.

Ακούγεται το χορωδιακό απόσπασμα του «Va Pensiero (Nabucco) – Verdi» 

(Ε): Πόσο απολαμβάνω τις επισκέψεις σου Μιχαήλ. Με αναζωογονούν. Βλέπω κόσμο και παίρνω γεύση από τον έξω κόσμο.

(Μ): Χαίρομαι να το ακούω αυτό από εσάς, αλλά πως και δεν έχετε άλλες επισκέψεις; Εσείς;

(Ε): Επιτέλους κόψε τον πληθυντικό! Πόσες φορές πρέπει να στο πω; Είμαστε φίλοι πια. Έρχεται και η Νεφέλη, η μικρότερη αδελφή μου, αλλά είναι έγκυος τώρα και δυσκολεύεται. Με αγαπάει πολύ παρά τις παραξενιές μου.

(Μ): Δίκιο έχετε… έχεις. Θα το προσπαθήσω Έκτορα.

(Ε): Μου αρέσει η παρέα σου Μιχαήλ. Μερικές ημέρες εδώ νιώθω αρκετή μοναξιά, αν και προσπαθώ να τη μετριάζω με το γράψιμο, που είναι ο καλύτερός μου φίλος. Γενικά στη ζωή μου οι άνθρωποι με απέφευγαν. Δεν τους έμοιαζα και δεν εξέταζαν ποτέ το γιατί. Επιπλέον έλεγα πάντα την αλήθεια κι αυτό από μόνο του, δημιουργούσε μια απόσταση από τους ανθρώπους, ως λάγνοι κυνηγοί του κομπλιμέντου.

(Μ): Κι εμένα η δική σου Έκτορα. Οι αναλύσεις μας ή η πολυλογία μας μου ανοίγει διάπλατα παράθυρα στον κόσμο.

(Ε): Τι όμορφα λόγια και από έναν νέο άνθρωπο. Σε ευχαριστώ. Αποκτώ έναυσμα να συνεχίσω να γράφω. Διαφορετικά η ζωή μου είναι πολύ δύσκολη. Ποτέ δε μπόρεσα να παρακάμψω την ουρά στο ταμείο, να σπρώξω για να κάτσω στο λεωφορείο, να είμαι αγενής. Είναι καθημερινές συμπεριφορές που ποτέ δεν κατανόησα το λόγο εμφάνισής τους και την πηγή τους. Χωρίς ανάλογες συμπεριφορές δύσκολα επιβιώνεις και η μοναξιά μέσα σε τόσο κόσμο γίνεται ακόμα πιο ανυπόφορη. Ευτυχώς που τώρα είμαι εδώ μακριά.

(Μ): Πως γίνεται να δυσκολεύεσαι εσύ, ένας άνθρωπος του πνεύματος;

(Ε): Κι επειδή; Εμείς δεν έχουμε δυσκολίες; Η έλλειψη σεβασμού σε κάθε κοινωνική εκδήλωση που συναντώ με εξοργίζει. Δε μπορώ, κι εγώ με τη σειρά μου, να κατανοήσω πως άνθρωποι μορφωμένοι, συμπεριφέρονται τόσο ελεεινά, νομίζοντας πως αυτοί είναι πάντα οι σωστοί ή οι έξυπνοι.

Η κοινωνία μας μικρέ μου νοσεί σοβαρά, αλλά η υπέρμετρη ιδιοτέλεια μας δε μας αφήνει να το αντιληφθούμε. Σε μια τέτοια κοινωνία θεωρώ πως δε μπορώ να επιβιώσω. Δεν αντέχω. Μου δημιουργείται δυσφορία και μελαγχολία. Γι’ αυτό και δέχθηκα όσα μου καταλόγιζαν, χωρίς αντίρρηση. Για να βρίσκομαι εδώ.

Οι φίλοι μου εδώ μπορεί να έχουν τα μύρια προβλήματα, αλλά έχουν καθαρές ψυχές και μπέσα. Ίσως να βρέθηκα σε λάθος εποχή.

(Μ): Τι λες τώρα Έκτορά μου; Χωρίς εσένα η διανόηση θα ήταν φτωχή και εμείς που σε διαβάζουμε μισοί. Θέτεις ζητήματα και αναγνωρίζεις χαρακτήρες που απαιτούν βαθιά σκέψη και προβληματισμό. Ξέρεις πόσες φορές έχω κάτσει μπροστά από τον καθρέφτη μου με ένα βιβλίο σου και έχω συνομιλήσει με τον εαυτό μου; Ξέρεις πόσα έργα μου έχουν προκύψει από αυτούς τους προβληματισμούς μου για τον άνθρωπο; Θα ήθελα πάρα πολύ, όταν ολοκληρώσω τη συλλογή μου με έμπνευση εσένα, να την προλογίσεις. Θα ήταν μεγάλη μου τιμή.

(Ε): Και δική μου επίσης, αν είμαι ακόμα εδώ

(Μ): Τι εννοείς;

(Ε): Ας ξεκινήσουμε την ανάλυσή μας για το κεφάλαιο που έλεγες. Πολύ φλυαρήσαμε!
 

Ακούγεται το «Nightcall Kavinsky»

Οι προβολείς χαμηλώνουν.

 

ΠΡΑΞΗ ΔΕΥΤΕΡΗ
 
ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ
 

Ακούγονται δύο πυροβολισμοί και χτύπος καμπάνας πένθιμος.

Ανοίγουν οι προβολείς και βρισκόμαστε σε ένα ατελιέ ζωγραφικής με πολλούς πίνακες διασκορπισμένους και όλα τα εργαλεία ενός ζωγράφου.

Ο Μιχαήλ εμφανίζεται συντετριμμένος και κλαίγοντας. 

(Μ): Δε μπορώ να το πιστέψω. Τι συμφορά είναι αυτή! (Ακουμπά στον καναπέ του και κλαίει). Γιατί; Γιατί; Πως μπόρεσε; Δε με σκέφθηκε;

Μα τι λέω ο ηλίθιος. Πάλι τον εαυτό μου βάζω μπροστά. Ακόμα δεν έχω απελευθερωθεί από την ιδιοτέλεια, που τόσο απεχθάνονταν. Φτου μου!! 

Χτυπάει το κουδούνι. Ο Μιχαήλ ανοίγει. Μια μαυροφορεμένη έγκυος νεαρή γυναίκα εισέρχεται στο ατελιέ. 

(Μ): Καλημέρα Νεφέλη μου. Σε ευχαριστώ που ήρθες, παρ’ όλη την κατάστασή σου, αλλά δε μπορώ να το διαχειριστώ μόνος μου ακόμα. Χρειάζομαι συμπαράσταση.

ΝΕΦΕΛΗ (Ν): Γεια σου Μιχαήλ. Φοβήθηκα από το τηλεφώνημά σου και είπα να μην σε αφήσω μόνο σου.

(Μ): Μα τι είναι αυτό που μας βρήκε; Δε μπορώ να το χωνέψω!!

(Ν): Είναι τραγικό, αλλά συνέβη. Ίσως εκεί που θα είναι τώρα ο Έκτορας να είναι καλύτερα.

(Μ): Μα πως έγινε; Που βρήκε το όπλο;

(Ν): Απλά. Όπως γίνονται αυτά. Δε ξέρω που το βρήκε. Θα μας πουν από το ίδρυμα. Ήταν εκεί για να το προσέχουν και όχι να συμβεί αυτό. Έχασα τον αδελφό μου, παρόλο που ήταν επιλογή του και πρέπει να απολογηθούν. Ήταν το καλύτερο. Όφειλαν αν το αποτρέψουν. Έχουν αναλάβει οι δικηγόροι τώρα.

(Μ): Μα πως μπορείς να είσαι τόσο ήρεμη; Δεν έχεις εξοργιστεί; Δε θες να κλάψεις;

(Ν): Είμαι για χάρη του παιδιού μου και του αδελφού μου. Το γράμμα που μου άφησε, έλεγε πως δεν ήθελα να κλάψω για εκείνον, αλλά να γελάω. Δεν άντεχε να παλεύει για τα αυτονόητα. Ήταν πια πάνω από τις ψυχικές δυνάμεις του. Πλήττονταν η αξιοπρέπειά του και δεν ήθελε να μας επιβαρύνει άλλο με τη φροντίδα του. Χωρίς την παρουσία του θεώρησε ότι θα ήμασταν καλύτερα, χωρίς έννοιες. Μου άφησε 5 παραμύθια, δώρο για το ανηψάκι του, όπως έγραψε, ώστε να έχει κάτι να τον θυμάται.

Αν και μεγαλύτερός μου, διατηρούσε μια παιδική ψυχούλα τόσο ευαίσθητη, που έκρυβε με κάθε τρόπο, ώστε να μη δείξει αδύναμος. Όχι δε θα κλάψω, θα γελάσω. (Η Νεφέλη ξεσπά σε σπαρακτικά γέλια)

(Μ): Πότε θα γίνει η κηδεία του και που;

(Ν): Δε θα γίνει κηδεία. Μια λειτουργία θα γίνει αύριο στη μητρόπολη για όσους θέλουν να τον αποχαιρετήσουν. Άφησε παράκληση για καύση και σπόρπισμα της στάχτης του πάνω από το Σούνιο – την αγαπημένη του εκδρομή. Θα σεβαστώ την επιθυμία του.

(Μ): Θα είμαι εκεί.

Σβήνουν τα φώτα και ακούγεται το «The Rip TideBeirut» για ένα λεπτό.
 
 
ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΗ 

Ανοίγουν ξανά και βρισκόμαστε σε έναν πανέμορφο κήπο με ξύλινα τραπεζοκαθίσματα ιδιαίτερου γούστου. Εκεί βρίσκονται ο Μιχαήλ και ο Άρης. 

(Μ): Να, εδώ με έφερνε μετά τον καφέ στο σαλόνι του, για να αναλύσουμε όλα όσα του ζητούσα. Ήταν ο πνευματικός μου πατέρας. Νιώθω μεγάλη μοναξιά χωρίς αυτόν. Ίσως να μπορώ να νιώσω τη μοναξιά που ένιωθε εκείνος, τώρα.

ΑΡΗΣ (Α): Ήταν ιδιαίτερος άνθρωπος. Πολλοί τον θεωρούσαν σχιζοφρενή, λόγο της εισαγωγής του και στο ψυχιατρείο. Εγώ θα έλεγα διαφορετικός.

(Μ): Μα τι λες τώρα, οι πολυάριθμες και πολύωρες συζητήσεις που κάναμε, ουδόλως υποδείκνυαν κάτι τέτοιο. Τα είχε 400. Θεωρώ ότι σκόπιμα εισήχθη για να έχει μια προστασία από τα όρνια του έξω κόσμου και να έχει ευχέρεια γραφής.

(Α): Ποτέ δε μπόρεσε να αποδεχθεί την κοινωνία στην οποία ζούσε. Τη θεωρούσε εμπόδιο λόγω της ψευτιάς, ασυδοσίας, θράσους, κακίας και υστεροβουλίας που επικρατεί. Τα βιβλία του το υποδεικνύουν συνεχώς. Ήταν ένας πολύ ευαίσθητος άνθρωπος με έντονο αξιακό υπόβαθρο, που δεν είχε καταφέρει να οχυρωθεί από τα πυρά της.

(Μ): Μόνο ένας ευαίσθητος και ελεύθερος άνθρωπος θα μπορούσε να γράψει όσα έγραψε. Πίστευα όμως ότι ήταν δυνατός, μαχητής και οι ερινύες δε θα τον νικούσαν.

(Α): Μα οι φαινομενικά δυνατοί είναι οι πιο αδύναμοι. Αυτοί αναζητούν εναγωνίως  ένα χάδι, ένα καλό λόγο, μια αγκαλιά, αλλά ποτέ δε θα το ζητήσουν.

(Μ): Νιώθω ένοχος. Έπρεπε να αντιληφθώ τι χρειάζονταν και να του το προσφέρω, όπως εκείνος προσέφερε αστείρευτη γνώση και ενδυνάμωση σε εμένα. Συνεχώς μου μιλούσε για τη μοναξιά του, χωρίς όμως να παραπονιέται ποτέ. Με αξιοπρέπεια. Είμαι ηλίθιος. Έπρεπε να ήμουν εκεί, δίπλα του.

(Α): Μην αισθάνεσαι έτσι. Ο Έκτορας ήταν για να έρθει, να αφήσει το έργο του και να φύγει. Ούτε οικογένεια δεν έκανε. Η μοίρα κάτι παραπάνω ξέρει από όλους μας. Οι εποχές ήταν πολύ σκληρές για τον ψυχισμό του.

(Μ): Τι μοίρα και βλακείες μου λες τώρα βρε Άρη. Πόσα έργα του δε προλάβαμε να διαβάσουμε; Πόσο ακόμα θα μπορούσαν να ανοίξουν οι ορίζοντές μας; Έδινε συνεχώς τόσα πολλά σε όλους και με τόση χαρά, που μάλλον θα άδειασε. Πόσο μου λείπει…

(Α): Το έργο του είναι αναμφισβήτητα μεγάλο και πολύπλευρο, αλλά κάποια σκοτεινά σημεία θα είχε κι εκείνος, που τον ώθησαν σε αυτό που έκανε. Μόνο όποιος έχει δίνει και να θυμάσαι ότι ήσουν τυχερός που ήσουν τόσο κοντά του. Κανένας δεν είχε καταφέρει να το πλησιάσει τόσο πολύ.

(Μ): Χωρίς αυτά τα σκοτεινά σημεία του όμως δε θα εξέπεμπε τόσο φως, κι εμένα αυτό το δυνατό φως με ενδιεφέρε. Ναι ήμουν πολύ τυχερός και πλούσιος με όσα πήρα από εκείνον.

(Α): Ήταν πάντα αιρετικός και προκλητικός.

(Μ): Θα έρθω να μείνω για λίγο εδώ στο ίδρυμα, στο δωμάτιό του, να προσπαθήσω να τον αισθανθώ, να τον αφουγκραστώ, να ζήσω την καθημερινότητά του και παράλληλα θα τελειώσω τους τελευταίους πίνακες της συλλογής μου για αυτόν. Σε δύο μήνες είναι η επετειακή έκθεση μου στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης προς τιμήν του. Έχω βρει και χαρακτηριστικά αποσπάσματα από τα βιβλία του, που θα την πλαισιώνει. Θες να τα ακούσεις;

(Α): Ναι. Είμαι περίεργος να δω ποια έχεις επιλέξει.

(Μ): Είναι διαφορετικά και τα έχω κάνει ένα κείμενο. Άκου: «Η δημιουργία είναι πηγή ζωής που αναβλύζει έντονα συναισθήματα και πάθος…πάθος χωρίς λάθη δεν υφίσταται…τα έργα σου και το τι προκαλούν σε όσους ήρθαν σε επαφή μαζί τους είναι η υστεροφημία σου, όλα τ΄ άλλα χάνονται. Το τι ένιωσες όμως, πάντα το θυμάσαι....αγαπώ για μένα…παλεύω να ζωγραφίσω τον κόσμο με τη δική μου παλέτα, χωρίς φόβο»

Ακούγεται το «In Colors – Minor Project»

Τα φώτα κλείνουν σταδιακά.


ΤΕΛΟΣ
 
 (Ε.Γραμμένου)